Αναθεώρηση της νομοθεσίας για την ιατρική κάνναβη στην Κύπρο: πού βρισκόμαστε
Πού στέκεται σήμερα η νομοθεσία για την ιατρική κάνναβη στην Κύπρο, τι έδειξε η εφαρμογή της και ποια είναι τα ανοιχτά ερωτήματα μιας αναθεώρησης που καθυστέρησε.
Όταν ψηφίστηκε το πρώτο πλαίσιο για την ιατρική κάνναβη στην Κύπρο, πολλοί το υποδέχτηκαν ως τομή. Και πράγματι ήταν: για πρώτη φορά το κράτος αναγνώριζε θεσμικά ότι η ουσία έχει θέση στη φαρέτρα ενός γιατρού. Όμως ένας νόμος δεν κρίνεται τη μέρα που ψηφίζεται. Κρίνεται χρόνια αργότερα, όταν φτάνει ή δεν φτάνει στον ασθενή που τον χρειάζεται. Και με αυτό το κριτήριο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη απ' όσο υπόσχεται ο τίτλος μιας ψηφισμένης νομοθεσίας.
Αξίζει λοιπόν να δούμε ψύχραιμα τι κατάφερε το αρχικό πλαίσιο, πού σκόνταψε στην πράξη και τι σημαίνει στ' αλήθεια η λέξη «αναθεώρηση» που ακούγεται όλο και πιο συχνά. Όχι ως ιδεολογικό σύνθημα, αλλά ως ζήτημα πρακτικής λειτουργικότητας.
Τι κατάφερε το αρχικό πλαίσιο
Ας αναγνωρίσουμε πρώτα τι πέτυχε. Η θέσπιση νομικού πλαισίου για την ιατρική κάνναβη σήμανε ότι το κράτος σταμάτησε να αντιμετωπίζει το ζήτημα αποκλειστικά μέσα από τον ποινικό κώδικα. Δημιουργήθηκε, τουλάχιστον στα χαρτιά, ένα κανάλι όπου ορισμένοι ασθενείς, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε φαρμακευτικά προϊόντα κάνναβης.
Το πρώτο βήμα ήταν στοχευμένο. Ο αρχικός νόμος επικεντρώθηκε σε σοβαρές καταστάσεις, κατά βάση σε προχωρημένα στάδια καρκίνου, όπου η ανάγκη για ανακούφιση είναι πιεστική και οι συμβατικές επιλογές συχνά δεν επαρκούν. Λίγα χρόνια αργότερα, ο κατάλογος των επιλέξιμων παθήσεων διευρύνθηκε ώστε να καλύψει και άλλες χρόνιες, επώδυνες ή εκφυλιστικές καταστάσεις, σύμφωνα με την καταγραφή της εξέλιξης του κυπριακού πλαισίου. Αυτή η διεύρυνση δεν ήταν λεπτομέρεια: σήμαινε ότι ο νομοθέτης δεχόταν πως η αρχική λίστα ήταν στενή.
Το ουσιαστικό, πάντως, ήταν η αλλαγή λογικής. Η κάνναβη μπήκε σε ένα πλαίσιο ελέγχου, ποιότητας και ιατρικής εποπτείας, αντί να αφήνεται ολόκληρη στην παράνομη αγορά. Έδωσε επίσης ένα μήνυμα ότι η πολιτεία είναι διατεθειμένη να ρυθμίσει, όχι μόνο να απαγορεύσει. Αν θέλετε μια καθαρή εικόνα του τι ακριβώς επιτρέπει σήμερα ο νόμος, την έχουμε αναλύσει χωριστά στο τι επιτρέπει σήμερα ο νόμος στην Κύπρο.
Μια διάκριση που πρέπει να μείνει καθαρή. Όλη αυτή η συζήτηση αφορά αποκλειστικά τη φαρμακευτική χρήση υπό ιατρική επίβλεψη. Δεν αφορά την ψυχαγωγική κάνναβη, η οποία παραμένει εκτός νόμου. Όποτε μπερδεύονται τα δύο, η συζήτηση χάνει αξιοπιστία.
Ένας νόμος δεν κρίνεται τη μέρα που ψηφίζεται, αλλά χρόνια μετά, στην εφαρμογή του.
Πού εμφανίζονται τα προβλήματα
Η εφαρμογή, ωστόσο, ανέδειξε δυσκολίες που δεν φαίνονταν στο κείμενο του νόμου. Το πιο επίμονο ζήτημα είναι η πρόσβαση. Ανάμεσα στο να προβλέπει ο νόμος τη δυνατότητα και στο να μπορεί ένας ασθενής να την αξιοποιήσει εύκολα, μεσολαβεί ένα κενό. Σε αρκετές περιπτώσεις η χορήγηση εξαρτήθηκε από κατά περίπτωση εγκρίσεις σε υψηλό διοικητικό επίπεδο, μια διαδρομή που από τη φύση της είναι αργή και αβέβαιη. Δημοσιεύματα της περιόδου μετά την ψήφιση περιέγραφαν χαρακτηριστικά ότι, χρόνια μετά τον νόμο, η ουσιαστική πρόσβαση παρέμενε ελάχιστη, με την πολιτεία να αναζητά ακόμη τον τρόπο εφαρμογής.
Αυτό είναι το κρισιμότερο σημείο και αξίζει να ειπωθεί χωρίς περιστροφές: ένα δικαίωμα που υπάρχει στον νόμο αλλά δεν φτάνει στον άνθρωπο είναι μισό δικαίωμα. Δεν πρόκειται για θεωρητική παρατήρηση. Αφορά ασθενείς που, στο μεταξύ, αναζητούσαν λύσεις αλλού.
Ένα δεύτερο ζήτημα είναι η επάρκεια και η ποικιλία των διαθέσιμων προϊόντων, καθώς και η εφοδιαστική αλυσίδα πίσω από αυτά. Το αρχικό μοντέλο προέβλεπε πολύ περιορισμένο αριθμό αδειοδοτημένων παραγωγών για μια μεγάλη χρονική περίοδο, μια επιλογή που, όπως καταγράφεται στις αναλύσεις της κυπριακής αγοράς, συγκρατεί τον ανταγωνισμό και άρα την ποικιλία και το κόστος. Όταν οι επιλογές είναι λίγες ή ακριβές, μέρος των ασθενών μπορεί να στραφεί ξανά σε ανεπίσημους δρόμους, κάτι που υπονομεύει τον ίδιο τον σκοπό του πλαισίου.
Τρίτον, υπάρχει το ζήτημα της ενημέρωσης. Πολλοί γιατροί δίστασαν να εμπλακούν με μια διαδικασία που θεωρούσαν ασαφή ή χρονοβόρα, και πολλοί ασθενείς δεν γνώριζαν καν ότι ο δρόμος υπάρχει. Έτσι η δυνατότητα που προβλέπει ο νόμος έμενε υποαξιοποιημένη, όχι επειδή έλειπε η ανάγκη, αλλά επειδή έλειπε η γνώση και η εμπιστοσύνη στη διαδικασία. Όποιος θέλει να δει πώς μοιάζει αυτή η διαδρομή από την πλευρά του ασθενούς, μπορεί να ανατρέξει στον οδηγό για το πώς υποβάλλεται αίτηση βήμα προς βήμα.
Πώς αλληλοτροφοδοτούνται τα τρία προβλήματα
Αυτά τα τρία ζητήματα δεν είναι ανεξάρτητα. Η δύσκολη πρόσβαση αποθαρρύνει τους γιατρούς, η αποθάρρυνση των γιατρών μειώνει τη ζήτηση, η χαμηλή ζήτηση δεν δίνει κίνητρο για ευρύτερη και φθηνότερη προσφορά, και η φτωχή προσφορά κάνει τη διαδικασία ακόμη πιο απογοητευτική για όποιον τη δοκιμάσει. Είναι ένας φαύλος κύκλος, και κάθε σοβαρή αναθεώρηση πρέπει να τον σπάσει σε περισσότερα από ένα σημεία ταυτόχρονα. Διορθώνοντας μόνο το ένα κρίκο, ο κύκλος απλώς επανασυγκροτείται.
Τι συζητείται στην αναθεώρηση
Σε αυτό το φόντο, η ιδέα μιας ουσιαστικής αναθεώρησης κερδίζει έδαφος. Οι κατευθύνσεις που συζητούνται περιστρέφονται γύρω από κάποια σταθερά, σχεδόν αυτονόητα αιτήματα:
- Απλούστευση των διαδικασιών, ώστε η πρόσβαση να μην εξαρτάται από ατελείωτη γραφειοκρατία ή από εξαιρετικές, κατά περίπτωση εγκρίσεις, αλλά να ακολουθεί μια προβλέψιμη, τυποποιημένη πορεία.
- Διεύρυνση και αποσαφήνιση των ενδείξεων για τις οποίες μπορεί να εξεταστεί η συνταγογράφηση, με σαφή κριτήρια αντί για ασάφειες που αφήνουν τον κάθε γιατρό μετέωρο.
- Ευρύτερη συνταγογραφική δυνατότητα, ώστε να μην περιορίζεται η εισήγηση σε στενό κύκλο ειδικοτήτων όταν η ιατρική κρίση το δικαιολογεί.
- Καλύτερη ενημέρωση του ιατρικού σώματος, με κατευθυντήριες γραμμές που δίνουν στους γιατρούς ασφάλεια ότι κινούνται σε καθαρό θεσμικό έδαφος.
Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα της εγχώριας παραγωγής και της εφοδιαστικής αλυσίδας. Αν το μοντέλο των ελάχιστων αδειοδοτημένων παραγωγών χαλαρώσει με ελεγχόμενο τρόπο, τα προϊόντα μπορεί να γίνουν διαθέσιμα με μεγαλύτερη σταθερότητα και λογικότερο κόστος. Όλα αυτά χωρίς να καταρρέει το πλαίσιο ελέγχου που διασφαλίζει ότι μιλάμε για φάρμακο και όχι για ελεύθερη αγορά.
Στόχος κάθε αναθεώρησης είναι η πρόσβαση να μοιάζει με οποιαδήποτε άλλη ελεγχόμενη αγωγή, όχι με αγώνα δρόμου.
Τι θα σήμαινε «επιτυχία» μιας αναθεώρησης
Μια χρήσιμη άσκηση είναι να ορίσουμε εκ των προτέρων πώς θα φαινόταν ότι η αναθεώρηση πέτυχε. Όχι από τη ρητορική, αλλά από μετρήσιμα σημάδια:
| Σημείο | Πριν, στην πράξη | Στόχος μιας ουσιαστικής αναθεώρησης |
|---|---|---|
| Διαδρομή έγκρισης | Κατά περίπτωση, αργή, αβέβαιη | Τυποποιημένη, με προβλέψιμο χρόνο |
| Γιατροί που εμπλέκονται | Λίγοι και διστακτικοί | Ευρύτερος κύκλος, με σαφείς οδηγίες |
| Διαθεσιμότητα προϊόντων | Περιορισμένη ποικιλία, υψηλό κόστος | Σταθερή προσφορά, λογικότερο κόστος |
| Ενημέρωση ασθενών | Αποσπασματική | Καθαρή, επίσημη πληροφόρηση |
Ο πίνακας δεν είναι πρόβλεψη. Είναι ένα μέτρο σύγκρισης: αν μετά την αναθεώρηση η δεξιά στήλη παραμένει ευχολόγιο, τότε η αλλαγή ήταν στο χαρτί και όχι στην πραγματικότητα.
Η Κύπρος δεν είναι μόνη της
Όποιος παρακολουθεί το θέμα μόνο μέσα από τα κυπριακά σύνορα κινδυνεύει να βγάλει λάθος συμπεράσματα, προς τις δύο κατευθύνσεις. Μπορεί είτε να νομίσει ότι η Κύπρος καθυστερεί μοναδικά, είτε ότι «όλη η Ευρώπη» έχει ήδη λύσει το ζήτημα. Καμία από τις δύο εικόνες δεν είναι ακριβής.
Η αλήθεια είναι ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες πέρασαν από παρόμοιο μονοπάτι: ψήφισαν ένα πλαίσιο για την ιατρική κάνναβη και έπειτα πάλεψαν χρόνια με την εφαρμογή του, με τη διαθεσιμότητα προϊόντων και με τη στάση του ιατρικού σώματος. Άλλες προχώρησαν πιο γρήγορα στην τυποποίηση, άλλες κράτησαν αυστηρότερα όρια. Το κοινό μάθημα είναι ότι ο νόμος είναι το ευκολότερο κομμάτι· η λειτουργική υποδομή πίσω από τον νόμο είναι το δύσκολο. Έχουμε εξετάσει χωριστά γιατί αυτή η ευρωπαϊκή διάσταση μετράει για την Κύπρο στο η ευρωπαϊκή συζήτηση για την κάνναβη και η σημασία της.
Η σύγκριση δεν είναι άσκηση μιμητισμού. Δεν χρειάζεται η Κύπρος να αντιγράψει μια άλλη χώρα, ούτε υπάρχει ένα μοντέλο που να ταιριάζει παντού. Αλλά το να βλέπει κανείς τι δούλεψε αλλού και τι όχι μειώνει τον κίνδυνο να επαναληφθούν λάθη που έχουν ήδη γίνει και τεκμηριωθεί. Μια αναθεώρηση που αγνοεί αυτή την εμπειρία ξεκινά από το μηδέν χωρίς λόγο.
Γιατί ο χρόνος εφαρμογής έχει βάρος
Υπάρχει ένα σημείο που συχνά υποτιμάται: ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Κάθε χρόνος καθυστέρησης στην εφαρμογή δεν είναι απλώς μια στατιστική. Είναι ασθενείς που στο μεταξύ διαχειρίζονται την κατάστασή τους με ό,τι έχουν, νόμιμο ή όχι. Είναι γιατροί που χάνουν το ενδιαφέρον τους για μια διαδικασία που δεν λειτουργεί. Είναι μια αγορά που δεν αναπτύσσεται γιατί δεν βλέπει σταθερή ζήτηση.
Όταν, λοιπόν, μια αναθεώρηση συζητείται, το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι θα αλλάξει» αλλά και «πόσο γρήγορα θα γίνει αισθητή η αλλαγή στην πράξη». Μια καλή μεταρρύθμιση που εφαρμόζεται με τρία χρόνια καθυστέρηση είναι, για τον ασθενή που περιμένει σήμερα, μια μέτρια μεταρρύθμιση.
Η ισορροπία που πρέπει να βρεθεί
Η μεγάλη πρόκληση κάθε αναθεώρησης είναι η ισορροπία, και εδώ χρειάζεται ειλικρίνεια προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μία, αν το πλαίσιο παραμείνει υπερβολικά σφιχτό, αποτυγχάνει στον βασικό του σκοπό, που είναι να φτάσει το φάρμακο στους ασθενείς που το χρειάζονται. Ένας νόμος που υπάρχει αλλά δεν λειτουργεί δεν προστατεύει κανέναν· απλώς δίνει την ψευδαίσθηση ότι το ζήτημα λύθηκε.
Από την άλλη, αν χαλαρώσει αλόγιστα, κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία του και να θολώσει η γραμμή ανάμεσα στην ιατρική και την ψυχαγωγική διάσταση. Αυτή η σύγχυση δεν είναι ακαδημαϊκή. Η ασάφεια έχει βλάψει ιστορικά τις πιο νηφάλιες φωνές της συζήτησης, γι' αυτό και είναι χρήσιμο να ξεχωρίζει κανείς καθαρά τους όρους, όπως εξηγούμε στο αποποινικοποίηση ή νομιμοποίηση: τι σημαίνει ο κάθε όρος.
Η ισορροπία, λοιπόν, δεν είναι θεωρητική. Αφορά πραγματικούς ανθρώπους που περιμένουν, και έναν θεσμό που πρέπει να παραμείνει σοβαρός και ελεγχόμενος. Δεν λύνεται με σύνθημα προς καμία πλευρά.
Τι μπορεί να κάνει κανείς στο μεταξύ
Όσο η αναθεώρηση συζητείται, η στάση του πολίτη δεν είναι αδιάφορη. Μερικά πράγματα έχουν πρακτική αξία:
- Ξεχωρίστε στο μυαλό σας την ιατρική από την ψυχαγωγική διάσταση πριν διαμορφώσετε ή εκφράσετε άποψη.
- Διασταυρώνετε τους ισχυρισμούς που ακούτε, ιδίως όσους μοιάζουν με αριθμούς ή «έρευνες», αντί να τους αναπαράγετε.
- Αν σας αφορά άμεσα, συζητήστε με τον θεράποντα γιατρό αντί να βασιστείτε σε φήμες για το τι «επιτρέπεται».
- Συμμετέχετε στον δημόσιο διάλογο με επιχειρήματα και όχι με συνθήματα, γιατί τα επιχειρήματα είναι αυτά που μετακινούν.
Καμία από αυτές τις ενέργειες δεν αλλάζει τον νόμο από μόνη της. Όλες μαζί, όμως, διαμορφώνουν το κλίμα μέσα στο οποίο μια αναθεώρηση γίνεται ώριμη και όχι βιαστική.
Πώς φαίνεται το κενό από τη μεριά του ασθενούς
Για να μην παραμείνει η συζήτηση αφηρημένη, αξίζει ένα ρεαλιστικό, αν και υποθετικό, παράδειγμα. Φανταστείτε έναν ασθενή με χρόνια, επώδυνη κατάσταση, που έχει εξαντλήσει αρκετές συμβατικές επιλογές. Ο γιατρός του θεωρεί ότι ένα σκεύασμα κάνναβης ίσως βοηθούσε στη διαχείριση των συμπτωμάτων.
Στο σημείο αυτό αρχίζουν οι τριβές. Ο γιατρός πρέπει να γνωρίζει με ακρίβεια τη διαδικασία και να είναι διατεθειμένος να αναλάβει τον χρόνο που απαιτεί. Η έγκριση μπορεί να περάσει από ένα διοικητικό μονοπάτι που δεν είναι πάντα προβλέψιμο στον χρόνο. Ακόμη και μετά την έγκριση, το συγκεκριμένο σκεύασμα πρέπει να είναι πράγματι διαθέσιμο και σε κόστος που ο ασθενής μπορεί να αντέξει. Αν σπάσει οποιοσδήποτε κρίκος αυτής της αλυσίδας, ο ασθενής μένει με ένα δικαίωμα στο χαρτί και κανένα φάρμακο στο χέρι.
Αυτό ακριβώς το παράδειγμα δείχνει γιατί η αναθεώρηση δεν είναι ζήτημα μιας μόνο διάταξης. Δεν αρκεί να προστεθεί μια πάθηση στη λίστα αν η διαδρομή παραμένει αργή, ούτε να επιταχυνθεί η διαδικασία αν τα προϊόντα λείπουν. Η εμπειρία του ασθενούς είναι η αληθινή δοκιμή κάθε νόμου, και την έχουμε περιγράψει αναλυτικά στο η διαδρομή του ασθενούς προς την ιατρική κάνναβη, βήμα προς βήμα.
Τι ξεχωρίζει μια σοβαρή αναθεώρηση από μια καλλωπιστική
Κάθε φορά που ένα θέμα ωριμάζει πολιτικά, υπάρχει ο πειρασμός της επιφανειακής αλλαγής: μια διάταξη που ακούγεται καλά, μια ανακοίνωση που δείχνει κίνηση, χωρίς όμως να αλλάζει η καθημερινότητα κανενός. Πώς ξεχωρίζει κανείς το ένα από το άλλο;
Ένα πρώτο κριτήριο είναι αν η αλλαγή συνοδεύεται από μηχανισμό εφαρμογής με χρονοδιάγραμμα. Μια αναθεώρηση που λέει «θα γίνει» χωρίς να λέει «πότε» και «με ποια υποδομή» έχει μεγάλες πιθανότητες να μείνει στο χαρτί, όπως έδειξε η εμπειρία της αρχικής νομοθεσίας.
Ένα δεύτερο κριτήριο είναι αν η αλλαγή στηρίζεται σε δεδομένα και όχι σε εντυπώσεις. Πόσοι ασθενείς απευθύνθηκαν, πόσοι τελικά απέκτησαν πρόσβαση, πού κόλλησε η διαδικασία, ποιο ήταν το μέσο κόστος. Χωρίς τέτοια στοιχεία, κάθε αναθεώρηση μοιάζει με στόχευση στα τυφλά. Η ίδια λογική ισχύει και για τα ιατρικά ερωτήματα: οι αποφάσεις πρέπει να πατούν σε ό,τι πραγματικά γνωρίζουμε, και όχι σε υπερβολικές υποσχέσεις ή σε φόβους. Όσο λιγότερα δεδομένα συγκεντρώνει η πολιτεία για το πώς δουλεύει το ίδιο της το πλαίσιο, τόσο πιο εύκολα η συζήτηση παρασύρεται από εντυπώσεις και συνθήματα αντί για αριθμούς.
Ένα τρίτο κριτήριο είναι αν η αλλαγή κρατά καθαρά τα όρια. Μια σοβαρή αναθεώρηση διευκολύνει την ιατρική πρόσβαση χωρίς να θολώνει τη γραμμή προς την ψυχαγωγική χρήση. Όταν τα όρια θολώνουν, η πρώτη που χάνει είναι η ίδια η αξιοπιστία του ιατρικού πλαισίου, και μαζί της οι ασθενείς που στηρίζονται σε αυτό.
Με αυτά τα τρία κριτήρια στο χέρι, ο πολίτης δεν χρειάζεται να είναι νομικός για να κρίνει αν μια προτεινόμενη αλλαγή είναι ουσιαστική. Αρκεί να ρωτήσει: υπάρχει χρονοδιάγραμμα, υπάρχουν δεδομένα, μένουν καθαρά τα όρια;
Συχνές απορίες για την αναθεώρηση
Σημαίνει η αναθεώρηση ότι έρχεται νομιμοποίηση της ψυχαγωγικής χρήσης; Όχι. Η αναθεώρηση που συζητείται αφορά τη λειτουργία του ιατρικού πλαισίου, δηλαδή το πώς φτάνει το φάρμακο στον ασθενή. Είναι διαφορετικό ζήτημα από την ψυχαγωγική χρήση, που παραμένει εκτός νόμου. Η σύγχυση των δύο είναι από τα συχνότερα λάθη στη δημόσια συζήτηση.
Αν αλλάξει ο νόμος, θα μπορώ να αγοράσω ελεύθερα προϊόντα κάνναβης; Όχι. Ακόμη και μια ευρεία αναθεώρηση κρατά τη λογική της συνταγογράφησης και της ιατρικής εποπτείας. Στόχος είναι η πρόσβαση να γίνει ευκολότερη για όσους έχουν ιατρική ένδειξη, όχι να καταργηθεί ο έλεγχος.
Γιατί άργησε τόσο η ουσιαστική εφαρμογή του αρχικού νόμου; Επειδή η ψήφιση ενός νόμου και η δημιουργία της υποδομής που τον κάνει να λειτουργεί είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Αδειοδοτήσεις, εφοδιαστική αλυσίδα, κατευθυντήριες γραμμές για γιατρούς και διοικητικές διαδικασίες χρειάζονται χρόνο, και αυτός ο χρόνος υποτιμήθηκε.
Τι μπορώ να κάνω αν με αφορά άμεσα τώρα, πριν την όποια αλλαγή; Το πιο χρήσιμο είναι να μιλήσετε με τον θεράποντα γιατρό σας για το αν η περίπτωσή σας εμπίπτει στις υπάρχουσες ενδείξεις, και να ακολουθήσετε τον επίσημο δρόμο όπως ισχύει σήμερα. Καμία ανάρτηση δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική και νομική καθοδήγηση.
Μια αναθεώρηση ωριμάζει μέσα σε ένα κλίμα ενημερωμένου διαλόγου, όχι βιαστικών συνθημάτων.
Πού βρισκόμαστε τελικά
Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι βρισκόμαστε σε μια ενδιάμεση φάση. Το πλαίσιο υπάρχει, λειτουργεί ως έναν βαθμό, αλλά αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ότι χρειάζεται βελτιώσεις για να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες. Δεν είμαστε στο σημείο μηδέν, αλλά ούτε στο σημείο όπου ένας ασθενής μπορεί να πει ότι ο νόμος δουλεύει αθόρυβα στο πλευρό του.
Το χρήσιμο συμπέρασμα είναι ένα και απλό: η αναθεώρηση δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας αλλά πρακτικής λειτουργικότητας. Όσοι παρακολουθούν το θέμα οφείλουν να το κρίνουν με αυτό το κριτήριο. Όχι αν ακούγεται προοδευτικό ή συντηρητικό, αλλά αν τελικά βοηθά τους ασθενείς να έχουν αξιόπιστη, νόμιμη και προσιτή πρόσβαση. Εκεί, και όχι στις διακηρύξεις, κρίνεται η επιτυχία ή η αποτυχία κάθε νομοθετικής αλλαγής.
Αν κάτι αξίζει να κρατήσει κανείς, είναι αυτό: ένας καλός νόμος δεν είναι αυτός που γράφεται ωραία, αλλά αυτός που φτάνει στον άνθρωπο που τον χρειάζεται, την ώρα που τον χρειάζεται. Με αυτό το μέτρο θα κριθεί και η επόμενη αναθεώρηση.
